σκύλω

σκύλω
σκύ̱λω , σκύλλω
torn
aor subj act 1st sg
σκύ̱λω , σκύλλω
torn
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)
σκύ̱λω , σκῦλον
arms stripped off a slain enemy
neut nom/voc/acc dual
σκύ̱λω , σκῦλον
arms stripped off a slain enemy
neut gen sg (doric aeolic)
σκυλόω
veil
pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • σκυλώ — (I) άω ή έω, ΜΑ (πιθ. τ.) σκυλεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκῦλον «λάφυρο». Ο τ. ωστόσο έχει διορθωθεί σε σκύλλω]. (II) όω, Α (κατά τον Ησύχ.) «καλύπτω, σκεπάζω». [ΕΤΥΜΟΛ. < σκύλον* «λάφυρο», παρ ότι η σημ. τού ρ. θα οδηγούσε μάλλον στον τ. σκύλος (τό)… …   Dictionary of Greek

  • σκυλῶ — σκῠλῶ , σκύλλω torn fut ind act 1st sg (attic epic doric) σκυλάω pres imperat mp 2nd sg σκυλάω pres subj act 1st sg (attic epic ionic) σκυλάω pres ind act 1st sg (attic epic ionic) σκυλάω pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) σκυλάω pres …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σκύλω — Σκύλης masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκυλήτρια — ἡ, Α (προσωνυμία τής Αθηνάς) αυτή που σκυλεύει σκοτωμένο εχθρό αφαιρώντας τα όπλα του («σκυλήτρια παρθένος», Λυκόφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < σκυλῶ (Ι) «σκυλεύω, λαφυραγωγώ» + επίθημα τρια (πρβλ. αὐλή τρια)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”